top of page

το αρνί

  • Writer: john kakouris
    john kakouris
  • Dec 30, 2019
  • 5 min read

Updated: Jan 2, 2020



Μερικά ήθη και έθιμα καθορίζουν το τι τρώμε. Τα Χριστούγεννα τρώμε γαλοπούλα, τη Καθαρά Δευτέρα ψαρικά, μετά την Ανάσταση μαγειρίτσα και τη Κυριακή του Πάσχα αρνί. Το μωρό φλιπάρει με το αρνί, δώστου να φάει. Αυτό το Πάσχα αποφασίσαμε να το περάσουμε μόνοι μας, χωρίς οικογένειες. Το μωρό έχει μωρό, αλλά αποφάσισε να μην έρθει μαζί μας γιατί είχαμε ταξίδι πολυήμερο κι άλλα παιδάκια δεν είχε και ίσως να πήγαινε και στο μπαμπά του λίγες μέρες.


Έτσι ξεκινήσαμε να ψάχνουμε το που και το πώς. Μαζί μας πάντα η Φρίντα, ο σκύλος μας.


Εγώ και το μωρό δεν ταξιδεύουμε πολύ λάιτ. Δηλαδή αν δεν είχαμε έτσι μακρόστενο αυτοκίνητο τρόπων τινά, δεν θα βγάζαμε άκρη με τα μπαγκάζια. Φτάσαμε Θεσσαλονίκη, στρατοπεδεύσαμε στη Καλαποθάκη.


"Τζον, που θα πάμε αύριο για το αρνί?", με ρώτησε το μωρό, "μην ανησυχείς θα βρούμε, έχω κάτι στο μυαλό μου κι όλη η Θεσσαλονίκη γεμάτη εστιατόρια είναι", της λέω. "Οκ Τζον". Εγώ συνεχίζω όμως και της εκθειάζω πως μετά την Ανάσταση υπάρχει εορταστικό μενού με ειδική σούπα, που την έφαγε μια φορά αλλά δεν της άρεσε, αλλά το κάνω γαργάρα. Θα πάμε στην εκκλησία και μετά θα πάμε κάπου να φάμε και θα τσουγκρίσουμε και αυγά! Μια χαρά το μωρό να έχει που θα τα κάνουμε όλα αυτά, άλλο πράμα. Γενικά το μωρό χαίρεται πολύ και εύκολα.


Όσο και να έψαξα για να κάνω κράτηση κάπου μετά την Ανάσταση, δε βρήκα τίποτα. Το άφησα φλου, πάμε και βλέπουμε. Δεν ήμασταν και καμιά παρέα 10 ατόμων, 2 είμαστε όλοι κι όλοι κι ένας σκύλος που είναι τόσο ήσυχος που νομίζεις πως είναι από αυτά τα βαλσαμωμένα.


Πήγαμε για Ανάσταση στην Αγία Σοφία, η Φρίντα τα έπαιξε από τον κόσμο, είχε κάτσει σε μια γωνία και έτρεμε. Πήραμε το Άγιο Φως, ξεκινήσαμε να περπατάμε και να χαζεύουμε. Μας έκανε εντύπωση ότι το Μπλε στην Αγίας Σοφίας, φούρνος διάστημα, είχε ανοίξει τις πόρτες και ήταν στολισμένος, μοσχομύριζε τσουρέκι και παντού υπήρχαν κόκκινα αυγά. Αφού αφήσαμε τη Φρίντα στο δωμάτιο και το μωρό με έπεισε πως δε θέλει σούπα γιατί θυμήθηκε πως την έφαγε μια φορά και είχε μέσα κάτι κομματάκια και δεν της πολυαρεσε, βγήκαμε μια βόλτα στη παραλία. Όσο και να έψαχνε το μάτι μου να βρει κάτι να μου αρέσει δε βρήκα τίποτα. Τα μπαρ τα μισά κλειστά, τα άλλα μισά μισοάδεια, τα λίγα εστιατόρια που υπήρχαν ήταν γεμάτα και δεν είχαν και πολύ διάθεση ούτε να μιλήσουν για εξτρά κόσμο, κι εμείς, η αλήθεια είναι δεν πεινούσαμε. "Τζον άστο αύριο το φαγητό, έλα λίγο να περπατήσουμε, ω τι όμορφη βραδιά, τι όμορφη πόλη, ω Τζον πόσο σ αγαπώ ακόμα και χωρίς αρνί, ω, ω".

Γέλαγε το μωρό, γέλαγα κι εγώ, όλα οκ.


Στο τέλος της βόλτας μας έκοψε μια λόρδα ελαφριάς μορφής και το μωρό πρότεινε να με κεράσει ένα γλυκό στο Μπλε που είχαμε δει στο κατέβασμα ότι δούλευε. Μπήκαμε μέσα και ένα αίσθημα με κυρίευσε λες κι είχα μπει στο εργοστάσιο σοκολάτας. Κοίταξα τη πωλήτρια, μου χαμογέλασε, "λες και μπήκα στο Παράδεισο" της είπα, γέλασε κανονικά αυτή τη φορά. Το μωρό πήρε μια πάστα σοκολάτα με φουντούκι κι εγώ μια πανακότα με φρούτα του δάσους και καθίσαμε έξω και κόβαμε κίνηση. Κάποια στιγμή δίψασα και πήγα να πάρω δυο μπουκάλια νερό. Κοιτώντας εδώ κι εκεί μέχρι να μου τα φέρουν βλέπω μια βιτρίνα μ ένα ταψί με κάτι φαγητά. Πιο δίπλα κι άλλα κι άλλα κι άλλα…" Έχετε και φαγητό" ρωτάω, "μάλιστα κύριε για μετά την Ανάσταση", μάλιστα σκέφτομαι. "Μόνο η μαγειρίτσα τελείωσε κύριε, από όλα τα άλλα έχουμε", μάλιστα ξανασκέφτομαι. Θα μπορούσαμε να καθίσουμε στον πεζόδρομο, αμέσως μετά την Ανάσταση, με αυγά, με μαγειρίτσα, με λίγο αρνί κι ένα μπουκάλι κρασί, αλλά χαμπάρι δε πήρα στο πρώτο πέρασμα, ας είναι σκέφτομαι, αύριο θα την καταπλήξω!


Κυριακή του Πάσχα και ντάλα ήλιος. Πρωινές χειριλασίες και ξάπλες πασχαλιάτικες και όταν ήρθε ή ώρα ξεκίνησε η βόλτα. Το λέω το μωρό, "μωρό κοίτα θα περπατήσουμε αρκετά, κάνεις κέφι ή να κοιτάξω πιο κοντά;". "Όχι Τζον να περπατήσουμε να περπατήσουμε, που θα πάμε Τζον;". Της δειχνω Λευκό Πύργο, Μακεδονία Παλλάς, Όπερα και βάλε. "Θα φτάσουμε μέχρι Σοφούλη" της λέω, λες και ξέρει τι είναι το Σοφούλη. "Εκεί έχει το αρνί Τζον;", "ουυυ πολύ αρνί και θα κάνουμε και τη βόλτα μας". "Οκ Τζον πάμε", πάλι με χαρά το μωρό κι εμένα έχει αρχίσει να με κόβει ένα άγχος γιατί δεν έχω ακριβώς ιδέα που πάμε, αλλά ξέρω πως η περιοχή εκεί έχει πολλές ταβέρνες και μα τον Τουτατή, μία δεν θα βρούμε;


Η βόλτα κράτησε μία ώρα και, πιάναμε σκιά όπου βρίσκαμε γιατί ο ήλιος έκαιγε, η Φρίντα είχε αρχίσει τα μπινελίκια μια και δεν έχει μάθει από αυτά, το μωρό στο σεβενχεβεν χαλαρό και όμορφο, εγώ αρχίσει και ρετάρω γιατί έχω δυο κοίλες έτοιμες για εγχείριση και όταν περπατάω πολύ η μία με σφάζει. "Φτάνουμε Τζον στο αρνί; Ναι της λέω όπου να’ναι φτάνουμε". Αυτό το όπου να΄ναι ευτυχώς δεν ήξερε τι σημαίνει. Εκεί στη περιοχή Σοφούλη ξεκινήσαμε να περνάμε έξω από ταβέρνες και να βλέπουμε τον πόλεμο. Εντωμεταξύ για κακή μου τύχη πέρασαν δυο σερβιτόροι μπροστά μας με κάτι πιατάρες γεμάτες αρνί λαχταριστό και πατατούλες και πράσινη σαλάτα και τα δικά μας μάτια είχαν αρχίσει να γλύφουν τη γλώσσα τους.


Τι κι αν ρώτησα από εδώ τι κι αν ρώτησα από εκεί, πόρτα παντού. Όσοι καθόντουσαν στα τραπέζια και μας έβλεπαν να λιώνουμε απ έξω είχαν μια έκδηλη ικανοποίηση στα μάτια τους κι ένα ύφος του στυλ, καλά πλλλάκα κάνετε; Ήρθατε χωρίς κράτηση τέτοια μέρα;;; Χα χα, άντε γεια μας παιδιά! Χρόνια πολλά! Επιδεικτικά κιόλας!


"Τι είπαν Τζον; Ούτε εδώ; Εμείς γιατί δε κάναμε κράτηση Τζον". Εμ έλα μου ντε, αυτό το κατάλαβε. Τα πάντα γεμάτα κι εμείς περιφερόμενοι.


Φτάσαμε Σοφούλη και Όλγας, στον Μπαχτσέ. Τραπεζάκια έξω, γεμάτα όλα, και στη γωνία ένα άδειο αλλά από πάνω όρθιοι ένα τύπος με γυναίκα και παιδί. Δε μπορώ να καταλάβω αν θέλει να κάτσει ή να φύγει. Ένα παιχνίδι με τα μάτια μεταξύ αυτού, εμού και του σερβιτόρου. Στο τραπέζι που δεν το λες τραπέζι αλλά πάγκο, πιάτα που θέλουν μάζεμα. Ο τύπος με τη γυναίκα και το παιδί στέκεται όρθιος δίπλα στο τραπέζι, εμείς στα 5 μέτρα. Και κοιτιόμαστε.


Τα πιάτα πάνε κι έρχονται. Ο τύπος κάνει μεταβολή και φεύγει, εγώ πάω και κάθομαι χωρίς να ρωτήσω κανέναν. Σώθηκε η παρτίδα σκέφτομαι. "Έλα μωρό, έλα σιτ ντάουν. Στο είπα δεν στο είπα, θα βρούμε, έχει πολλά εδώ, κι αυτή ταβέρνα που ήρθαμε έχει πολύ καλό αρνί, θα δεις". "Ω μπράβο Τζον, ξέρεις εμείς τρώμε κάθε χρόνο αρνί, το έχουμε παράδοση". Κι εμείς θέλω να της πω αλλά δεν της το λέω.


Ο τραπεζοπάγκος μια χαρά μας βόλεψε, η Φρίντα ήπιε παγωμένο νερό, τα πιάτα μαζεύτηκαν με την ενημέρωση θα αργήσουμε να φάμε λόγω αυξημένης κίνησης. Κανένα πρόβλημα. Αφού καθόμαστε μετά από 10 χιλιόμετρα βόλτα κάτω από τον ήλιο, με την κοίλη μου να θέλει να βγει να περπατήσει μόνη της και τη Φρίντα έτοιμη να πηδήξει από τον Λευκό Πύργο, ας αργήσετε.


"Ω Τζον τι ωραίο μέρος, μπράβο είχες δίκιο, κι είμαστε και τυχεροί, ε Τζον; Τέλεια είναι εδώ, τέλεια, μπράβο!". Άμα χαίρεται το μωρό δε μπορώ να κάνω τίποτα, παραλύω. Τέτοια χαρά οριτζινάλ δεν έχω δει σε άλλον άνθρωπο. Γελάνε και τα δάχτυλα της, πόσο μάλλον τα μάτια της. Υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι και μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους είναι το πώς κατανοεί, εκτιμά και εκφράζεται κανείς.


Πας κάποιον μια βόλτα και τον κερνάς ένα ποτό στον Παράδεισο και δε καταλαβαίνει τίποτα, δε νιώθει ή νιώθει επιτηδευμένα, του στυλ α ωραία είναι εδώ. Πας άλλον στο ίδιο μέρος και δακρύζει από την ομορφιά και σ αγκαλιάζει και σου λέει σ ευχαριστώ που μ έφερες.

Το μωρό ανήκει στη δεύτερη κατηγορία παμψηφεί. Για αυτό κι εγώ ψοφάω να το βλέπω να χαίρεται.


Μ αυτές τις σκέψεις κι αφού με φύσηξε το αεράκι και ήπιαμε και λίγο δροσερό λευκό κρασί ήρθε ή ώρα να παραγγείλουμε στον ευγενικό κύριο που ήρθε να μας εξυπηρετήσει.

"Μόνο παιδιά να σας πω, το αρνί μόλις μας τελείωσε".


Μάλιστα, σκέφτηκα.


Comments


©2019 by shits and roses. Proudly created with Wix.com

bottom of page