πορτοκαλί σορτσάκι
- john kakouris

- Jan 1, 2020
- 4 min read
Updated: Jan 2, 2020

Απόγευμα, ζέστη, καλοκαίρι στη πόλη, στο κόσμo. Κολλάνε τα ρούχα στο σώμα, ένας αδέσποτος μούργος έχει αράξει έξω από την πόρτα και περιμένει να του βάλω νερό να δροσιστεί. Το κάνω, κουνά την ουρά του. Έχω δουλειά ακόμα, .παίζει Dido στο ραδιόφωνο, μόλις τσίμπησα κάτι.
Με την άκρη του ματιού μου κοιτάζω προς τα πίσω, είμαι πόσο 8-9 χρονών, λιώνω στη μπάλα. Μια πορτοκαλάδα παγωμένη, μια μουριά που ανέβαινα πάνω της κι έτρωγα όλα τα μούρα μέχρι που «μούριαζε» το στόμα μου. Ένα σορτσάκι πορτοκαλί που δεν έλεγα να αποχωριστώ, μεγάλωνα μαζί του και στο τέλος δεν έβγαινε, σφήνωσε στα πόδια μου κι έγινε ένα μαζί μου.
Αγανάκτησε η οικογένεια, φώναζαν οι μεγάλοι, εγώ τίποτα. Αγκαζέ το πορτοκαλί σορτσάκι
κι ο κόσμος όλος δικός μου. Η θεία αναγκάστηκε να πάρει «μέτρα». Με σφηνώσανε ένα απόγευμα σε μια γωνιά και χρούτσου-χρούτσου με το ψαλίδι το κάνανε κορδέλες το πορτοκαλί μου σορτσάκι. Κλάμα εγώ, φωνές, λες και με σφάζανε ή μου βγάζανε το δέρμα. Πάει πέταξε…
Είχα ένα ποδήλατο, με κόντρα για φρένο, μόνο κόντρα. Σούζες, σφήνες και κολιές, φρεναρίσματα στο χώμα να γίνεται σούσουρο και να κοιτάζουνε τα κορίτσια ήταν το φόρτε μου. Μ’ άρεσαν αυτά. Ο παππούς κάπνιζε Καρέλια, έκλεβα το κουτί, έκοβα το επάνω τετράγωνο χαρτόνι, βούταγα που και που μανταλάκια από τη μπουγάδα της γιαγιάς μου της Μαρίκας και κάρφωνα το Καρέλια στις ακτίνες του ποδηλάτου μου χρησιμοποιώντας ένα μανταλάκι. Πολύ φασαρία και γκρίνια. Φασαρία στη γειτονιά επειδή ο ήχος τους ενοχλούσε,
φασαρία ο παππούς που του έπαιρνε ο αέρας τα τσιγάρα γιατί του είχα σακατέψει το κουτί, φασαρία και η γιαγιά. Η γιαγιά έκανε φασαρία χωρίς λόγο, είχε άπειρα μανταλάκια.
Αλλά της άρεσαν οι φασαρίες.
Στο δημοτικό, στις πρώτες τάξεις, αγαπούσα πολύ τη Νικολέτα. Μαυρομάλλα η Νικολέτα, ντροπαλή. Πάντα ερχόταν με τη μαμά της στο σχολείο. Η δικιά μου ερχόταν μόνο όταν της έφερνα ραβασάκι από το δάσκαλο και δεν ήταν πρόσκληση για τσάι. Απέναντι-απέναντι τα μπαλκόνια μας με τη Νικολέτα, την έβλεπα να βγαίνει και να μπαίνει και σημασία
καμία να μη μου δίνει. Αυτό ήταν αβάστακτο για μένα. Ήθελα να κερδίσω τη προσοχή της με κάθε τρόπο κι ο καλύτερος που ήξερα ήταν το φυσοκάλαμο. Έφτιαχνα φυσοκάλαμα με πλαστικές σωλήνες που έπαιρνα από τις οικοδομές, μάζευα και μπιρμπιλόνια από τις πλατείες και τις τάραζα το παράθυρο. Μπινκγ και μπονγκ όλη μέρα στα παράθυρα της κι εκείνη σημασία καμιά. Όταν βαριόμουνα να της πετάω μπιρμπιλόνια, έβγαινα έξω να παίξω απογοητευμένος.
Μετά την ειδίκευση μου στα φυσοκάλαμα, έκανα doctora στις σφεντόνες. Με τον Αλέκο φτιάχναμε τις καλύτερες σφεντόνες σε όλο το Δημοτικό και παίρναμε και παραγγελίες.
Από εκεί βγάζαμε το χαρτζιλίκι μας που πήγαινε όλο, αυτούσιο, στο ηλεκτρονικό με το
γοριλάκι και τα βαρέλια και στο pacman. Αφού η Νικολέτα με τα μπιρμπιλόνια δεν έδειχνε να συγκινείται, αποφάσισα να επιχειρήσω να κερδίσω τη προσοχή της χρησιμοποιώντας τη σφεντόνα. Της έσπασα το τζάμι. Από τότε νομίζω πως δεν τη ξανά είδα ποτέ. Το μόνο που θυμάμαι είναι που εμφανίστηκε στο παράθυρο της ο Bjion Borg. Χάρτινη φιγούρα σε φυσικό μέγεθος, είδωλο της εποχής ο Bjion, μου έριχνε απειλητικές ματιές όλο το 24ώρο, φορώντας τη κορδέλα, κρατώντας τη ρακέτα και έχοντας και το σορτσάκι του!
Το δικό μου το σορτσάκι, το αγωνιστικό μου, είχε γίνει κρόσσια στα γούστα της θείας μου, ρακέτα δεν είχα, πιο κοντός ήμουν κι ο μπαγάσας ο Bjion ήταν και μέσα στο δωμάτιο της. Φύλακας-άγγελος, ρακετοφόρος. Κάπου εκεί έχασα τις ελπίδες μου κι έπαψα να την ενοχλώ.
Έπαιζα μπάλα, πολύ μπάλα, έκανα ποδήλατο. Μάζευα θησαυρούς, ξύλα με περίεργο σχήμα,
ψαροκόκαλα με μαγικές δυνάμεις, πέτρες που έλαμπαν στον ήλιο, ένα κομμάτι δέρμα, ένα παπούτσι. Μ άρεσε να κόβω φρούτα από τα δέντρα, κορόμηλα, μούσμουλα, βερίκοκα. Τα τσάκιζα. Όσο αδειάζανε τα δέντρα της γειτονιάς ξεμάκραινα και πήγαινα. Δεν μ απασχολούσε τίποτα άλλο παρά να βρω να φάω από τα δέντρα. Ξέχναγα που ήμουν και ο προορισμός ήταν στο βλέμμα. Έβλεπα τηλεόραση, το High Saparal, το Hawai 5-0, τη Λάσυ, το Μπόλεκ και Λόλεκ, τη Πίπυ τη Φακιδομύτη. Όλα μ άρεσαν αλλά πιο πολύ απ όλα μ άρεσε ο Λοχίας Σόντερς και η «Μάχη» του. Του Λοχία Σόντερς οι περιπέτειες ήταν οι πιο καλές απ όλες.
Στη πλατεία της γειτονιάς είχα εφεύρει ένα παιχνίδι με μπάλα. Το «συνέχειο». Έπρεπε να χτυπάς τη μπάλα συνέχεια, μια ο ένας παίκτης και μια ο άλλος. Τέρμα είχαμε το κάτω μέρος από το παγκάκια. Τρέξιμο πάνω-κάτω, φωνές, αγωνία, σπρωξίματα και μια κολώνα στη μέση της πλατείας που όλοι μας την είχαμε «αγκαλιάσει» πολλές φορές.
Θυμάμαι μια παραλία στο Διακόφτο, μια βάρκα στο καρνάγιο που στο σάπιο ξύλο της είχαν κάνει φωλιά οι μέλισσες και ακουμπώντας εγώ τα πόδια μου κατά λάθος, με τσίμπησαν. Νομίζω όλες. Μια φορά είχα πάρει ξυραφάκια Astor, δοκίμασα να κάνω το κόλπο που έβλεπα στην τηλεόραση, με τον μάγο που τα κατάπινε. Κατακόπηκα, δεν είπα τίποτα σε κανέναν μόνο που άνοιξα το φαρμακείο και βρήκα ένα μπουκάλι οξυζενέ. Άνοιξα το στόμα μου και έριξα μέσα μπόλικο. Πόνεσε, πολύ…
Μια μέρα με την αδελφή μου ο παππούς ο Γιάννης μας ανέβασε σε έναν ελέφαντα. Είχε κάτι τρίχες σα πρόκες. Μας βγάλανε και φωτογραφία, την έχω ακόμα, κάπου, δεν θυμάμαι…
Το θυμάμαι όμως καλά γιατί φορούσα το πορτοκαλί μου σορτσάκι, αυτό που η θεία ξήλωσε
ένα πρωί από πάνω μου, γιατί πια δεν έβγαινε.
Είχα μεγαλώσει βλέπεις.



Comments